αρχαίος


αρχαίος
[архэос] εκ. древний, античный.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αρχαίος" в других словарях:

  • ἀρχαῖος — from the beginning masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αρχαίος — α, ο (AM ἀρχαῑος, α, ον) 1. ο παλαιός, αυτός που υπήρχε στο μακρινό παρελθόν 2. εκείνος που εξακολουθεί να υπάρχει από την αρχαία εποχή μέχρι σήμερα 3. αυτός που έχει παλιώσει, ο ξεπερασμένος, ο απαρχαιωμένος νεοελλ. ως ουσ. Ι. οι αρχαίοι αυτοί… …   Dictionary of Greek

  • αρχαίος — α, ο 1. αυτός που υπήρξε πριν από πολλά χρόνια, ο παλιός: Οι Έλληνες είναι λαός αρχαίος· «αρχαία ιστορία», «αρχαίοι χρόνοι», «αρχαίοι λαοί», ό,τι υπήρξε στην περίοδο που αρχίζει με τα λεγόμενα ιστορικά χρόνια και τελειώνει το 476 μ.Χ. (τέλος του… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Καρδούχοι — Αρχαίος λαός, που κατοικούσε σε μια ορεινή περιοχή μεταξύ Αρμενίας και Ασσυρίας, η οποία ταυτίζεται από πολλούς με τον τόπο όπου σήμερα είναι εγκατεστημένοι οι Κούρδοι. Πολεμικός λαός, οι Κ. ήταν επιδέξιοι τοξότες και μεταχειρίζονταν μακριά βέλη …   Dictionary of Greek

  • Σαβίνοι — Αρχαίος ιταλικός προρωμαϊκός λαός που κατοικούσε σε μια περιοχή του Λάτιου, που απ’ αυτόν πήρε και το όνομα Σαβινία. Στην περιοχή βρίσκονται τα υψηλότερα όρη των κεντρικών Αππενίνων με τις κοιλάδες του Ατέρνο και του Νέρα. Τα εθνικά και ιστορικά… …   Dictionary of Greek

  • Τεύτονες — Αρχαίος γερμανικός λαός που είχε την πρώτη ιστορική έδρα του στα Β των εκβολών του Έλβα και, πιεζόμενος από λαούς που μετακινούνταν από τις ασιατικές χώρες προς τα Δ, άρχισε, τον 2o αι. π.Χ., μια μετανάστευση που είχε ως αποτέλεσμα να εισβάλει,… …   Dictionary of Greek

  • Έλυμοι ή Ελυμαίοι — Αρχαίος λαός της Σικελίας που κατοικούσε στο δυτικό τμήμα του νησιού. Η εγκατάστασή τους στη Σικελία ανάγεται στην αρχή των ιστορικών χρόνων και συμπίπτει χρονικά με αυτήν των Σικανών και των Σικελών. Οι Έ. οφείλουν την ονομασία τους στον Έλυμο,… …   Dictionary of Greek

  • ἀρχαῖον — ἀρχαῖος from the beginning masc acc sg ἀρχαῖος from the beginning neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ετεόκρητες — Αρχαίος λαός του ανατολικού τμήματος της Κρήτης, με πρωτεύουσα την Πραισό. Αναφέρονται στον Όμηρο με τους Αχαιούς, τους Κύδωνες και τους Πελασγούς. Στην ονομασία τους αποδίδεται η σημασία του αυτόχθονα, του γηγενή· αυτό αναφέρει και ο Στράβων,… …   Dictionary of Greek

  • Κίκυννα — Αρχαίος δήμος της Αττικής, του οποίου η ακριβής θέση αγνοείται. Τοποθετείται ανάμεσα στους δήμους Σφηττόν και Αιξονέων και ανήκε, κατά την επικρατέστερη γνώμη, στην Ακαμαντίδα φυλή. Στην περιοχή λατρευόταν ο Απόλλωνας, προς τιμήν του οποίου… …   Dictionary of Greek